Όταν η κηδεία του Σεφέρη έγινε διαδήλωση κατά της χούντας – Σαν σήμερα, 22 Σεπτεμβρίου

«Μην επιτρέψεις στους δικτάτορες να με τιμήσουν», είχε ζητήσει από τη σύντροφο της ζωής του, Μαρώ, ο νομπελίστας ποιητής

Οι παθιασμένες κραυγές του συγκεντρωμένου πλήθους στη νεκρώσιμη πομπή από τον ναό της Σώτειρας του Κοτάκη, στην Πλάκα, ίσαμε το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας δονούν ολόκληρη την πόλη. Ραγίζουν τον γύψο που τέσσερα χρόνια τώρα κρατά φυλακισμένη τη χώρα.

«Σιωπή»! «Σκασμός»! Τα επιτακτικά παραγγέλματα των «οργάνων της τάξης» πέφτουν στο κενό. Όσο τα «όργανα» διατάζουν, τόσο θεριεύει η φωνή. Είναι μία 22η Σεπτέμβρη, σαν και τη σημερινή, πριν από 55 χρόνια (22 Σεπτεμβρίου 1971).

«Μην επιτρέψεις στους δικτάτορες να με τιμήσουν!» είχε δώσει από πριν ρητή εντολή στη σύντροφο της ζωής του, τη Μαρώ, και ασφαλώς εκείνη, όταν ήρθε η μαύρη ώρα, έκλεισε την πόρτα στο κράτος της χούντας που εξέφρασε την επιθυμία να τον κηδέψει δημοσία δαπάνη εν… τιμαίς και οργάνοις.

Σήμερα αποχαιρετά τον άντρα της μαζί με κάμποσες χιλιάδες ανθρώπων. Ξεπερνούν τους 3.000, λένε, αλλά ποιος νοιάζεται για ακριβείς αριθμούς. Είναι πολλοί. Πάρα πολλοί και η δύναμή τους, η οργή τους, η αντίδρασή τους, το πάθος τους είναι που τιμούν πραγματικά τον ποιητή.

Δύο χρόνια πριν, στις 4 το απόγευμα της 28ης Μαρτίου 1969, στον αέρα του BBC κι ύστερα στης Deutsche Welle κι έπειτα σε άλλους διεθνείς ραδιοσταθμούς, ακουγόταν η φωνή του εκλιπόντος:

«… μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας […] Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνους και με κόπους πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά […] Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό […] Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό, όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει! Είναι εθνική επιταγή!».0.25×0.5xnormal1.5x2x

Είχε ηχογραφήσει το μήνυμα στο σπίτι του, στην Άγρας, κι από κει το έστειλε στο Λονδίνο για να μεταδοθεί όσο δυνατότερα και μακρύτερα επέτρεπαν η ακτινοβολία της ποίησής του και η αίγλη του, ως βραβευθέντα με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Σήμερα, οι χιλιάδες άνθρωποι, πολλοί, πάμπολλοι νέοι, που τόσο εκείνος αγάπησε και τόσο αυτοί τον αγάπησαν, ενώνουν τις φωνές τους στον στερνό αποχαιρετισμό του «κάλφα» Σεφέρη. Γιατί «κάλφας» είναι, έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του. Τεχνίτης του λόγου είναι ο ποιητής. Έτσι. Σαν να είναι χειρώνακτες οι ποιητές. «Στην ποίηση, τη γλώσσα κανείς δεν μπορεί να την εξαντλήσει. Σαν τη θάλασσα. Μπορεί μονάχα να την αρμενίσει ο καθείς με το δικό του καράβι» έλεγε.

Κι αυτός ο πυκνός σε νοήματα και μηνύματα επικήδειος, που υπογράφουν ο Στρατής Τσίρκας και ο Γιώργος Π. Σαββίδης και θα εκφωνήσει ο εικαστικός Αλέκος Λεβίδης, κυρίως στους νέους απευθύνεται… Μιλώντας για λογαριασμό των νέων που σ΄ αγάπησαν, στάθηκες οξύς πνευματικός και δάσκαλος στις κρίσιμες ώρες αυτού του τόπου, που εσύ μας έδειξες, μας έμαθες ν΄ αγαπάμε και να πονάμε. Σ΄ ευχαριστούμε…

«Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό… » τραγουδά το πλήθος με πάθος τους μελοποιημένους στίχους της Άρνησης από την πρώτη συλλογή του, τη «Στροφή». Τραγουδούν και πορεύονται πίσω από το φέρετρο με την πολύτιμη σορό μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, που γαλουχήθηκαν με την ελπίδα και έζησαν με τον ζόφο. Κι όπως εκείνος έλεγε, όταν έβγαζε τα σώψυχά του την εποχή της δημιουργίας…

Γενιά θυσιασμένη. Γενιά που έχει τη νιότη της ακουμπισμένη σε έναν πόλεμο. Προσμένει έναν άλλο πόλεμο για την ώριμή της ηλικία. Άνθρωποι της γενιάς αυτής, που ανήκουν σ΄ ένα κράτος μικρό, όπως έγινε η Ελλάδα από το 1922. Γενιά που κληρονόμησε από τον πρώτο πόλεμο μιαν, άγνωστη πριν, ανησυχία. Το αίσθημα πως κάθε θεμέλιο στα βαθύτερα της ψυχής και του πνεύματος έχει φαγωθεί. Έγινε σκόνη… Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου τίποτα δεν είναι πιο πικρό…

Η Δήλωση Σεφέρη

«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.

Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Leave a Comment